15/5/09
Διαθήκη
Έχει έρθει η ώρα για την Μεταμόρφωση.
Γλιστρά στο πάτωμα, μέσα από τα πνευμόνια μου, μια σκοτεινή κηλίδα. Το αίμα μου σαν σιρόπι κολλά στη σάρκα μου δίνοντας μια κόκκινη έξαψη από μέσα προς τα έξω. Είναι τόσο γλυκό που γλείφοντας τα δάχτυλά μου μπορώ να γυρίσω το μέσα έξω χωρίς να σπάσω τίποτα.
Παίρνω τον αντίχειρα και αρχίζω να φουσκώνω. Όταν φτάσει στο απροχώρητο το σώμα τινάζεται και συσπάται και τα κόκκαλά μου κροταλίζουν σαν κατσαρόλες που στοιβάζονται στο ντουλάπι και το κεφάλι μου γίνεται αφόρητα βαρύ σαν την πανσέληνο.
Η πανσέληνος κόβεται στη μέση. Φίλε. Κόβεται από την προεξέχουσα κεραία της διπλανής πολυκατοικίας σε δυο ανόμοια κομμάτια. Κάθομαι κάτω από την απλώστρα στο σκοτάδι. Όλα τα παράθυρα άδεια. Μόνο ένα απέναντι αναβοσβήνει σαν να του κάνουν ηλεκτροσόκ. Τηλεόραση.
Το κεφάλι μου γίνεται αφόρητα βαρύ. Ξεφλουδίζει όπως το πορτοκάλι. Τα χοντρά τσόφλια του ανοίγουν και κόβονται. Μια πηχτή λευκή ουσία για το κρανίο μου. Μέχρι τη νόστιμη σάρκα θα πρέπει πρώτα να φας τις ίνες. Τις τρως και το άρωμα πλησιάζει ακόμη περισσότερο.
Το άρωμα καίει τις αρτηρίες μου και το σιρόπι αρχίζει να τρέχει.
Καίγομαι.
Θέλω να σπάσεις τα κόκκαλά μου ένα ένα μόνο για να μπορώ ν'ακούω τον ήχο. Τα χρόνια μου, την πόρτα που κλείνει.
Θέλω μια γλάστρα για να φυτέψω το ζεστό πορτοκάλι μέσα με μια τούφα μαλλιά γι'ανθό. Μπορώ να ζήσω λίγο ακόμη για να το δω, όπως ο κόκορας με το κομμένο κεφάλι
11/5/09
Mind in a Box
A carton box.
Large and comfy, like an old, worn out pair of shoes.
And as you see, you can step on me.
You can sleep in me.
I can be your home.
Until I open my box.
And my box is small and wooden
with walls thick and sticky
like an oil spill
like whale fat on the board of a japanese whaler
I can spit in it,
I can stumble on my own deductions
and turn it into my forest.
(with such thick walls, how I haven't thought of this before?)
The road is calling me, like the forest treasured my crooked dreams, my raving elegies.
And I leave my box behind.Because you are my mother anguish
and I'm far from being smart.
Goodbye.
24/2/09
Nobody.
You see. I am Nobody.
I am nobody every single time my breath runs faster and faster than my own stream of thoughts. I am nobody when my dysfunctional pair of hands touches velvet without really touching it, just because there’s marble and stones and tiny shells stuck between the joints of my fingers and my palms. I am nobody while I walk down the road, on teeth, children’s teeth, first teeth, damaged teeth and cavities with no tooth fairy around; just on hearts made from teeth, sharp enough to pierce your feet and penetrate the same joints you thought were metal solid. And I am nobody when I am able to hear the day coming, captured in its sky blue bubble and yet, I am nobody every time I forget and I am in pain and I walk away and abandon everything. I am nobody when your curls like snails fall on my breast, cover my breast and trail their sticky path on my skin and yet, I am nobody every single time I fall with a bang and you can hear me and yet I am nobody every single time I interpret the geometry of your body into curves and when I interpret your holy flower cravings on your holy wooden table into those immoral elements of my sex and YET
how many times I’ve wished to be somebody to think faster that I breathe- still underwater- and to touch velvet and to inhale all the dust all the tiny smithereens held for years in this dusky fabric and to be suddenly captured by the day while dreaming in my sleep and to remember and laugh and remain-where and how- and to interpret all words into feelings and certainly, certainly not into bodies and insects that crawl like snails –those snails again-
But I can’t because while crawling they leave their trace and dirt and life behind-and that’s why my soul and body are like a snail I suppose (or is it the armour I carry on my back)
And how I want to be somebody to sell my soul to beauty, just to have the privilege to write on my door “how beauty has torn me” and really mean it
And I would have some age and some name and some face and some scent and some chances to be someone and to be forgotten in some days in some utterly dull ways.
4/2/09
Μέσα στη νάρκη μου...
Μπορώ να δω τα σωθικά μου να σκορπίζονται στον αέρα σαν σπίθες.
Είναι 2 τα ξημερώματα.
Αυτή η ώρα της νύχτας με υπνωτίζει, ζαλίζομαι, βουλιάζω.
Τρώω μια σοκολάτα με γέμιση, γιαούρτι φράουλα (μα να μην τρώω μια φυσιολογική σοκολάτα πια!-_-). Ανακατεύω τα μαλλιά μου καμπουριάζοντας μπροστά στην οθόνη. Αύριο πρέπει να σηκωθώ νωρίς. Η οθόνη με υπνωτίζει, μπερδεύω τα πλήκτρα, τα δάχτυλά μου κινούνται μόνα τους, χωρίς να κοιτώ. Γνωρίζω πολύ καλά πως το πρωί δεν θα έχω κουράγιο να σηκωθώ, και ναι, χρειάζομαι κάποιον να μου κάτσει στο σβέρκο και να ουρλιάζει "Κοιμήσου πριν τις 12, διάβασε, σχεδίασε, κάνε κάτι χρήσιμο!".
Μια ζωή μέσα σε τοίχους.
Μια ψυχή πίσω από τοίχους, οχυρωμένη.
Τακτική, καθαρή, μετρημένη, με πρόγραμμα.
Στην πιο φαινομενικά αυτοκαταστροφική περίοδο που πέρασα ποτέ νιώθω τον εαυτό μου σαν χαρωπό βάρος στους ώμους μου, όπως σηκώνεις ένα ντελικάτο κοριτσάκι στην αγκαλιά σου, με παχουλά λευκά χεράκια και στραβό χαμόγελο. Μέσα στην αταξία βρίσκω την τάξη και επαναπροσδιορίζω τον κόσμο μου.
Αυτός ο κόσμος ξέρει να χαμογελά στραβά, όπως το κοριτσάκι. Το απαλό παιχνίδισμα του φωτός στα μάτια του φανερώνει ασυννέφιαστη αθωότητα που δεν έχει να κάνει με την
Κάποτε είχα ευχηθεί ανάμεσα σε δυο ανάσες να μπορούσα να συλλάβω το είδωλό μου, για να δω αν πραγματικά υπάρχω. Περπατώντας στο δρόμο επέμενα να χαζεύω την αντανάκλασή μου στις βιτρίνες και τα παράθυρα γιατί τα πόδια μου πήγαιναν πολύ γρήγορα για να τα προλάβω και η ανάσα μου μετα βίας ακουγόταν.
Υπήρχα όντως;
Έπρεπε να πειστώ με κάθε τίμημα.
Μα τώρα με κάθε τίμημα θα σας πείσω γι'αυτό που είδα τελικά, εκείνη τη μοναδική στιγμή ανάμεσα σε δυο ανάσες.
Ίσως ν'ακούγομαι υπερβολική. Πέρασα στην πλευρά της δράσης, πέταξα την τεχνητή υποστήριξη, ακούτε τους πρώτους μου ρόγχους επιτέλους , δεν έχω άλλη επιλογή.

